ἄνοια

ἄνοια
безрассудство, безумие, глупость, бешенство.

Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета). 2014.

Смотреть что такое "ἄνοια" в других словарях:

  • ἀνοία — ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc/acc dual ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁνοία — ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc/acc dual ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀνοίᾱ , ἄνοια the character of an fem nom/voc sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοίᾳ — ἀνοίᾱͅ , ἄνοια the character of an fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνοίᾱͅ , ἄνοια the character of an fem dat sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνοια — the character of an fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνοια — Ελάττωση της νοημοσύνης που αυξάνεται σιγά σιγά και δεν επανέρχεται. Οφείλεται σε σχετικές με το γήρας αγγειακές και νευρικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή είναι αποτέλεσμα παθήσεών του, όπως συμβαίνει μερικές φορές κατά την πορεία της επιληψίας,… …   Dictionary of Greek

  • άνοια — η (ιατρ.), μερικό ή ολικό χάσιμο από ένα άτομο της διανοητικής, συναισθηματικής και βουλητικής ικανότητάς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνοίας — ἀνοίᾱς , ἄνοια the character of an fem acc pl ἀνοίᾱς , ἄνοια the character of an fem gen sg (attic doric aeolic) ἀνοίᾱς , ἄνοια the character of an fem acc pl (attic epic) ἀνοίᾱς , ἄνοια the character of an fem gen sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοίαι — ἀνοίᾱͅ , ἄνοια the character of an fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνοίᾱͅ , ἄνοια the character of an fem dat sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνοι' — ἄνοια , ἄνοια the character of an fem nom/voc sg ἄνοιαι , ἄνοια the character of an fem nom/voc pl ἄνοιο , ἄνω 1 accomplish pres opt mp 2nd sg ἄνοιο , ἀνίημι send up aor opt mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοίαις — ἄνοια the character of an fem dat pl ἄνοια the character of an fem dat pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοίαν — ἀνοίᾱν , ἄνοια the character of an fem acc sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»